Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ και, αργότερα, στην ευρωζώνη δεν δικαίωσε όσους ανέμεναν μία περαιτέρω ώθηση στην αναπτυξιακή πορεία της χώρας. 

Λόγω δικών της κυρίως αδυναμιών, άμεσως μετά την ένταξη στην ΕΕ το 1981, η Ελλάδα εισήλθε σε μια μακρά περίοδο οικονομικής αποσταθεροποίησης. 

Ο ρυθμός μεγέθυνσης ήταν για πολλά χρόνια αρνητικός ή πολύ χαμηλός, το ποσοστό ανεργίας ακολούθησε ανοδική πορεία, το πρόβλημα του πληθωρισμού επιδεινώθηκε και οι κρίσεις του ισοζυγίου πληρωμών έγιναν συχνότερες και πιο σοβαρές.

Στη δεκαετία του 1990 αντιμετώπιστηκε μεν ο πληθωρισμός, αλλά όχι και τα υπόλοιπα διαρθρωτικά και δημοσιονομικά προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί στην δεκαετία που είχε προηγηθεί. Το δε κρίσιμο πρόβλημα της χαμηλής διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας επιδεινώθηκε στην περίοδο αυτή, λόγω του ότι η μακροοικονομική προσαρμογή στηρίχθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην περιοριστική νομισματική και συναλλαγματική πολιτική.

Μετά την ένταξη στη ζώνη του ευρώ το 2001, και για τα πρώτα επτά περίπου χρόνια, η ελληνική οικονομία εισήλθε σε μία περίοδο οικονομικής ευφορίας, καθώς κατόρθωσε να συνδυάσει ταχύτερους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης χωρίς αρνητικές επιπτώσεις στον πληθωρισμό. Ωστόσο, η επιτάχυνση της αναπτυξιακής διαδικασίας προήλθε κυρίως από την αύξηση της εσωτερικής ζήτησης, η οποία, λόγω και της χαμηλής και επιδεινούμενης διεθνούς ανταγωνιστικότητας, προκάλεσε μεγάλη παράλληλη διεύρυνση των ελλειμμάτων του εξωτερικού ισοζυγίου και αύξηση του εξωτερικού δανεισμού. 

Προς τα τέλη της δεκαετίας του 2000, ξέσπασε στις ΗΠΑ μια μεγάλη χρηματοοικονομική κρίση, η οποία οδήγησε σε βαθειά διεθνή οικονομική ύφεση. Η ύφεση αυτή αποδείχθηκε μακράν η σοβαρότερη μετά τη ‘μεγάλη ύφεση’ της δεκαετίας του 1930. Η κρίση και η ύφεση γρήγορα μεταδόθηκαν στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο. Όπως ήταν φυσικό, η κρίση αυτή αποσταθεροποίησε εκ νέου και την ήδη υπερχρεωμένη ελληνική οικονομία.

Η αναθεώρηση επί τα χείρω των προσδοκιών των διεθνών επενδυτών οδήγησε τελικά σε ‘στάση’ στον εξωτερικό δανεισμό της χώρας και στα επώδυνα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής της δεκαετίας του 2010. Το αποτέλεσμα ήταν μία πρωτοφανής, σε βάθος και διάρκεια, κρίση για την ελληνική οικονομία.

Εκ των υστέρων, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η ένταξη στη ζώνη του ευρώ, με τις συνθήκες που έγινε, υπήρξε πρόωρη και οδήγησε νομοτελειακά στη δημιουργία των συνθηκών που προκάλεσαν την κρίση. Υπήρξε πρόωρη διότι αποφασίσθηκε πριν αντιμετωπισθούν στον απαιτούμενο βαθμό οι δημοσιονομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και το πρόβλημα της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, καθώς οι προσπάθειες προσαρμογής που προηγήθηκαν ήταν κάθε άλλο παρά επαρκείς. 

Λόγω των αδυναμιών και υστερήσεων της μακροοικονομικής προσαρμογής κατά την περίοδο της σύγκλισης, η απεμπόληση του βραχυχρόνιου εργαλείου της νομισματικής πολιτικής στέρησε από την ελληνική οικονομία τη δυνατότητα να μπορεί να ακολουθήσει ένα μείγμα μακροοικονομικής πολιτικής που να της επιτρέπει να συνδυάζει τις βασικές εσωτερικές της οικονομικές προτεραιότητες, όπως οι στόχοι της υψηλής οικονομικής μεγέθυνσης και απασχόλησης, με τους εξωτερικούς περιορισμούς που προκύπτουν από το ισοζύγιο πληρωμών. Η κατάσταση επιδεινώθηκε επίσης λόγω των θεσμικών και διαρθρωτικών αδυναμιών της ίδιας της ευρωζώνης.

Στην πρώτη δεκαετία μετά την ένταξη στην ευρωζώνη, η Ελλάδα έδωσε, όπως συνέβη άλλωστε και στις υπόλοιπες χώρες τις περιφέρειας της ευρωζώνης, μεγαλύτερη έμφαση στις εσωτερικές της προτεραιότητες, όπως η ενίσχυση της εσωτερικής ζήτησης και της οικονομικής μεγέθυνσης και η αντιμετώπιση της ανεργίας. Αυτό όμως, λόγω της χαμηλής και επιδεινούμενης διεθνούς ανταγωνιστικότητας έγινε σε βάρος των εξωτερικών προτεραιοτήτων, όπως η μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Στην δεύτερη δεκαετία, μετά το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσης, τα προγράμματα προσαρμογής έδωσαν σχεδόν αποκλειστική έμφαση στην αντιμετώπιση των εξωτερικών ανισορροπιών, σε βάρος όμως των εσωτερικών προτεραιοτήτων, όπως η οικονομική μεγέθυνση και η αντιμετώπιση της ανεργίας.

Και στις δύο περιόδους, η ένταξη στην ευρωζώνη συνέβαλε στη διατήρηση του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα, όπως θα περίμενε κανείς με βάση τις προτεραιότητες της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και της θεωρίας του προσδιορισμού του πληθωρισμού σε μία νομισματική ένωση.

Ενώ η ελληνική οικονομία έδειχνε να έχει εισέλθει σε μία περίοδο ήπιας ανάκαμψης μετά το 2017, το 2020 ξέσπασε η νέα μεγάλη διεθνής κρίση, λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού (COVID-19). H κρίση αυτή είναι δυνητικά πολύ σοβαρότερη από τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009.

Η πανδημία και τα μέτρα περιορισμού που έχει απαιτήσει έχουν διαταράξει βαθιά την παγκόσμια και βέβαια την ελληνική οικονομία. Η παγκόσμια ζήτηση, οι αλυσίδες προσφοράς, η προσφορά εργασίας, η βιομηχανική παραγωγή, οι τιμές των εμπορευμάτων, το εξωτερικό εμπόριο και οι ροές κεφαλαίων έχουν συρρικνωθεί σημαντικά.

Η πανδημία έπληξε την τόσο την ευρωπαϊκή όσο και την ελληνική οικονομία σε μία περίοδο που εξακολουθούσαν να είναι ευάλωτες σε νέες διαταραχές. Σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ‘είναι πλέον ξεκάθαρο ότι η ΕΕ έχει εισέλθει στη βαθύτερη οικονομική ύφεση στην ιστορία της’.

Η νέα κρίση οφείλεται σε μία συμμετρική διαταραχή που πλήττει όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ. Η Ελλάδα δεν είναι πολιτικά απομονωμένη όπως συνέβη στις αρχές του 2010, με ευθύνη της τότε κυβέρνησης. Ωστόσο, ο αντίκτυπος της κρίσης και ο τρόπος με τον οποίο θα επηρεάσει τα διάφορα κράτη-μέλη θα είναι κάθε άλλο παρά συμμετρικός.
Οι επιπτώσεις θα εξαρτηθούν όχι μόνο από τη σοβαρότητα της εξέλιξης της πανδημίας και την αυστηρότητα των μέτρων περιορισμού της, ένα τομέα στον οποίο η Ελλάδα πέρασε τα πρώτα στάδια με επιτυχία, αλλά και από τις συγκεκριμένες οικονομικές παρενέργειες και τις αρχικές συνθήκες των διαφόρων κρατών μελών, καθώς και από τα περιθώρια αντίδρασης της δημοσιονομικής τους πολιτικής.

Η αναγκαιότητα δημοσιονομικής στήριξης των οικονομιών της έχει ευτυχώς γίνει αποδεκτή σε ολόκληρη την ΕΕ, καθώς αναγνωρίζεται πλέον ότι ενδεχόμενη προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής εν μέσω μιας τέτοιας κρίσης θα οδηγούσε τόσο σε επιδείνωση όσο και σε επιμήκυνση της ύφεσης η οποία έχει προκληθεί. 

Η κρίση του Covid-19 κινητοποίησε την ΕΕ να αναλάβει κοινές οικονομικές και δημοσιονομικές πρωτοβουλίες, σε αντίθεση με το τι συνέβη στην κρίση του 2010, όπου το κόστος της προσαρμογής μετακυλίθηκε αποκλειστικά στα εθνικά κράτη, και ιδιαίτερα στα κράτη της περιφέρειας της ευρωζώνης.

Έτσι, στις 21 Ιουλίου του 2020, το Συμβούλιο της ΕΕ συμφώνησε σε μία δέσμη μέτρων για την αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας, η οποία συνδυάζει το κλασικό Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ) με ένα νέο προσωρινό πλέγμα μέτρων ύψους €750 δις, με σκοπό την αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων της κρίσης. Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του ποσού κατευθύνεται στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (Recovery and Resilience Fund), ένα προσωρινό κοινοτικό δημοσιονομικό μηχανισμό, ύψους €672,5 δις, εκ των οποίων τα 360 δις είναι δάνεια προς τα κράτη μέλη και τα 312,5 δις επιχορηγήσεις. Το 70% των επιχορηγήσεων θα παρασχεθεί βάσει οικονομικών κριτηρίων στα κράτη-μέλη στη διετία 2021-2022, με το υπόλοιπο 30% έως το τέλος του 2023. 

Τα κράτη-μέλη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να καταρτίσουν εθνικά σχέδια ανάκαμψης και ανθεκτικότητας στα οποία εκτίθενται οι μεταρρυθμιστικές και επενδυτικές τους πρωτοβουλίες για τα έτη 2021-2023. Τα σχέδια θα επανεξεταστούν και θα προσαρμοστούν ανάλογα με τις εξελίξεις και τις ανάγκες το 2022, ώστε να ληφθεί υπόψη η τελική κατανομή των κονδυλίων για το 2023.

Με την ενεργοποίηση αυτού του κοινοτικού μηχανισμού, ο οποίος είναι πολύ σημαντικός για την Ελλάδα, ελπίζεται ότι οι σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης της πανδημίας θα αποδειχθούν σχετικά βραχύβιες και ότι η ευρωπαϊκή οικονομία θα μπορέσει να ανακάμψει σχετικά σύντομα μετά την ανακάλυψη αποτελεσματικών θεραπειών και εμβολίων για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού.

Ωστόσο, παρά του πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της ΕΕ, η ύφεση και το δημοσιονομικό κόστος των μέτρων για την αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας θα οδηγήσουν σε μεγάλη εκ νέου άνοδο του δημοσίου χρέους στην Ελλάδα. Το ίδιο βεβαίως θα συμβεί και στον υπόλοιπο κόσμο. 

Η αύξηση του δημόσιου δανεισμού για τη βραχυχρόνια στήριξη της οικονομίας είναι ασφαλώς η ενδεδειγμένη λύση, τόσο παγκοσμίως όσο και για την Ελλάδα. Ωστόσο, η αύξηση του δανεισμού δεν αποτελεί παρά μετάθεση του προβλήματος για το μέλλον. Όπως συμβαίνει και στην επαύριον πολέμων, έτσι και στην επαύριον μεγάλων οικονομικών υφέσεων έρχεται η στιγμή που πρέπει να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της αποπληρωμής του χρέους που δημιουργείται, ή τουλάχιστον της μείωσής του σε σχέση με το ΑΕΠ.

Το βασικό ερώτημα για την Ελλάδα μετά την πανδημία είναι το κατά πόσο η προσαρμογή του χρέους που δημιουργείται εν μέσω κρίσης θα είναι λιγότερο ή περισσότερο ήπια. 

Αυτό σε μεγάλο βαθμό θα εξαρτηθεί και από την πολιτική που θα ακολουθήσει και η ευρωζώνη στο σύνολό της, η οποία ήδη αντιμετωπίζει αύξηση του χρέους όλων των κρατών-μελών της. 

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης