Το υπόδειγμα IS-LM-PC αποτελεί την πιο διαδεδομένη μορφή του κεϋνσιανού υποδείγματος, καθώς επιτρέπει την ταυτόχρονη βραχυχρόνια ανάλυση των επιπτώσεων τόσο νομισματικών όσο και μη νομισματικών διαταραχών στη συνολική ζήτηση, καθώς και την ανάλυση των βραχυχρόνιων επιπτώσεων  της δημοσιονομικής και της νομισματικής πολιτικής.

Πως μπορεί να χρησιμοποιηθεί το υπόδειγμα αυτό για την εξήγηση των οικονομικών κύκλων, των εναλλαγών δηλαδή υφέσεων και εξάρσεων της οικονομικής δραστηριότητας, οι οποίες αποτελούν όπως είδαμε βασικό χαρακτηριστικό όλων των οικονομιών.

Όπως είδαμε, το υπόδειγμα IS-LM-PC είναι κατά βάση ένα στατικό υπόδειγμα το οποίο προσδιορίζει τη βραχυχρόνια ισορροπία μιας οικονομίας. Αυτό είναι αναλυτικά χρήσιμο, καθώς μας επιτρέπει να επικεντρωθούμε στους προσδιοριστικούς παράγοντες της βραχυχρόνιας ισορροπίας, όπως οι προσδιοριστικοί παράγοντες της συνολικής κατανάλωσης, των συνολικών επενδύσεων, της απασχόλησης, των μισθών και των τιμών. Επιπλέον, το υπόδειγμα αυτό μας επιτρέπει να εξετάσουμε το πως η δημοσιονομική και νομισματική πολιτική μπορεί να επηρεάσει το αν η οικονομία θα ισορροπήσει βραχυχρόνια σε επίπεδο παραγωγής και απασχόλησης το οποίο να βρίσκεται κοντά στην πλήρη απασχόληση ή όχι.

Τα κεϋνσιανά υποδείγματα οικονομικών διακυμάνσεων τύπου IS-LM-PC, τα οποία στην πράξη ήταν στατικά υποδείγματα προσωρινής ισορροπίας, κυριάρχησαν πλήρως μετά τη δεκαετία του 1960.

Ωστόσο, στην προσπάθειά της να εξηγήσει τις διακυμάνσεις της οικονομικής δραστηριότητας, η μακροοικονομική δεν μπορούσε παρά να γίνει δυναμική. Το στοιχείο του χρόνου είναι κεντρικό για την κατανόηση των οικονομικών διακυμάνσεων.

Όπως είδαμε ήδη το υπόδειγμα IS-LM-ΠΨ μπορεί να καταστεί δυναμικό, αν είμαστε διατεθειμένοι να υποθέσουμε χρονικές υστερήσεις στην προσαρμογή της κατανάλωσης και των επενδύσεων, ή ακόμα και της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής.

Προκειμένου να μελετήσουμε τη δυναμική της προσαρμογής στο υπόδειγμα IS-LM-PC, υποθέτουμε στη διάλεξη αυτή ότι υπάρχουν χρονικές υστερήσεις στην προσαρμογή της κατανάλωσης και των επενδύσεων στις μεταβολές του συνολικού εισοδήματος. Χρησιμοποιούμε μία απλή δυναμική μορφή του υποδείγματος, στο οποίο η επιλογή των φόρων και των δημοσίων δαπανών από την κυβέρνηση, και η επιλογή του επιτοκίου από την κεντρική τράπεζα είναι εξωγενείς.

Στην περίπτωση αυτή η οικονομία συγκλίνει σταδιακά στο βραχυχρόνιο επίπεδο ισορροπίας όπως προσδιορίζεται από το υπόδειγμα IS-LM-PC.

Στην προσπάθειά της να εξηγήσει τις οικονομικές διακυμάνσεις, η σύγχρονη μακροοικονομική, εκτός από δυναμική, χρειάστηκε να γίνει και στοχαστική, να επιτρέπει δηλαδή την ύπαρξη τυχαίων διαταραχών, οι οποίες απομακρύνουν την οικονομία από τη βραχυχρόνια ισορροπία της.

Η δυναμική-στοχαστική προσέγγιση στις οικονομικές διακυμάνσεις είναι η κύρια προσέγγιση στη σύγχρονη μακροοικονομική. Ακολουθεί μία  παράδοση η οποία επίσης καθιερώθηκε στην δεκαετία του 1930, από μαθηματικούς οικονομολόγους και στατιστικολόγους, όπως ο Frisch (1933) και ο Slutsky (1937). Η παράδοση αυτή, η οποία αναπτύχθηκε αρχικά ανεξάρτητα από τη Γενική Θεωρία, συνεχίσθηκε και επεκτάθηκε σε διαφορετικές κατευθύνσεις από στατιστικούς και οικονομέτρες όπως ο Tinbergen (1937), ο Haavelmo (1944) και οι άλλοι οικονομέτρες της Cowles Commission, οι Burns και Mitchell (1946) και άλλοι. Η ανάπτυξη διαρθρωτικών μακρο-οικονομετρικών υποδειγμάτων από τους Klein (1950), Klein and Goldberger (1955) και άλλους, συνέδεσε την οικονομετρική προσέγγιση με το πλαίσιο της Γενικής Θεωρίας, και κατέστησε τα κεϋνσιανά υποδείγματα δυναμικά και στοχαστικά.

Στη διάλεξη αυτή εξετάζουμε και το πως το ύποδειγμα IS-LM-PC μπορεί να καταστεί εκτός από δυναμικό και στοχαστικό, εισάγοντας τυχαίες διαταραχές.

Η εισαγωγή τυχαίων διαταραχών μετατράπει μία εξίσωση διαφορών σε μία στοχαστική διαδικασία (stochastic process). 

Οι στοχαστικές διαδικασίες, δηλαδή εξισώσεις διαφορών που επηρεάζονται από τυχαίες διαταραχές, είναι εξαιρετικά χρήσιμες για τη μελέτη των οικονομικών διακυμάνσεων. Οπως έχει παρατηρήσει ο Lucas (1977), “Οι κινήσεις του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος οποιασδήποτε χώρας γύρω από την τάση του, περιγράφονται ικανοποιητικά από μία στοχαστική εξίσωση διαφορών πολύ χαμηλού βαθμού.”

Πως διαφέρει μία στοχαστική διαδικασία από μία απλή εξίσωση διαφορών; Μία απλή εξίσωση διαφορών, ορίζεται ως μία συλλογή απλών μεταβλητών, οι οποίες εξαρτώνται από το δείκτη του χρόνου. Σε κάθε χρονική στιγμή αντιστοιχεί μία συγκεκριμένη τιμή για κάθε μεταβλητή. Μία στοχαστική διαδικασία ορίζεται ως μία συλλογή τυχαίων μεταβλητών που εξαρτώνται από το δείκτη του χρόνου. Σε κάθε χρονική στιγμή αντιστοιχεί όχι κάποια συγκεκριμένη τιμή, αλλά μία τυχαία τιμή για την κάθε μεταβλητή.

Κατά συνέπεια, μία στοχαστική διαδικασία εξελλίσεται με τρόπο ο οποίος είναι εν μέρει μη προβλέψιμος, λόγω των τυχαίων παραγόντων που την επηρεάζουν.

Συμπερασματικά, αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο υποδείγματα όπως το IS-LM-PC, αλλά και τα περισσότερα άλλα μακροοικονομικά υποδείγματα, μπορούν να εξηγήσουν τις βραχυχρόνιες οικονομικές διακυμάνσεις. Αφενός με την εισαγωγή κάποιων χρονικών υστερήσεων, οι οποίες επιβραδύνουν την προσαρμογή της οικονομίας προς τη θέση βραχυχρόνιας ισορροπίας, και, αφετέρου, με την επίκληση τυχαίων διαταραχών οι οποίες διαταράσσουν την πορεία της προσαρμογής προκαλώντας διακυμάνσεις. 

Ο ρόλος της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής είναι να περιορίσουν αυτές τις διακυμάνσεις, εξουδετερώνοντας, στο βαθμό που είναι δυνατόν, τις επιπτώσεις των τυχαίων αυτών διαταραχών.

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης