Η διαχρονική προσέγγιση είναι η κυρίαρχη θεωρητική προσέγγιση στη σύγχρονη μακροοικονομική. 

Η διαχρονική προσέγγιση βασίζεται πλήρως στη νεοκλασική μικροοικονομική, καθώς βασίζεται στην υπόθεση ότι τα νοικοκυριά μεγιστοποιούν τη διαχρονική χρησιμότητα τους και οι επιχειρήσεις μεγιστοποιούν την παρούσα αξία των κερδών τους, υπό τους κατάλληλους δυναμικούς περιορισμούς που προέρχονται από τους υφιστάμενους πόρους, την τεχνολογία και τη λειτουργία των αγορώνς.

Η προσέγγιση βασίζεται στην έννοια της γενικής διαχρονικής ισορροπίας, είτε μέσω της λειτουργίας πλήρως ανταγωνιστικών αγορών, είτε μέσω αγορών που υπόκεινται σε διάφορες στρεβλώσεις σε σχέση με το ανταγωνιστικό υπόδειγμα. Οι σχετικές τιμές (όπως τα πραγματικά επιτόκια και οι πραγματικοί μισθοί) και τα ονομαστικά μεγέθη (όπως το επίπεδο τιμών, ο πληθωρισμός και τα ονομαστικά επιτόκια) υποτίθεται ότι καθορίζονται μέσω κατάλληλων εννοιών γενικής ισορροπίας, οι οποίες εξαρτώνται από τη διάρθρωση της αγοράς και τις παραδοχές σχετικά με την τιμή και ευελιξία μισθών.

Οι ιδιότητες των διαχρονικών υποδειγμάτων εξαρτώνται από την έννοια της ισορροπίας που χρησιμοποιείται, από την υποτιθέμενη φύση της και τις υποτιθέμενες στρεβλώσεις καθώς και από τις παραδοχές που υιοθετούνται σχετικά με το βαθμό ευελιξίας τιμών και μισθών.

Σε αυτή τη διάλεξη εστιάζουμε σε ανταγωνιστικές οικονομίες που διαρκούν μόνο για δύο περιόδους, την περίοδο 1, το παρόν και την περίοδο 2, το μέλλον. Το ανταγωνιστικό υπόδειγμα δύο περιόδων, το οποίο οφείλεται στον Fisher (1930), είναι το απλούστερο δυνατό διαχρονικό υπόδειγμα γενικής ισορροπίας και μπορεί να αναλυθεί με τη βοήθεια σχετικά απλών μαθηματικών εργαλείων.

Το χρησιμοποιούμε έτσι για να διερευνήσουμε μερικά από τα κεντρικά χαρακτηριστικά της διαχρονικής προσέγγισης, χωρίς τη μαθηματική πολυπλοκότητα και άλλες επιπλοκές που εμφανίζονται σε δυναμικά υποδείγματα γενικής ισορροπίας πολλαπλών περιόδων.

Ξεκινάμε με τη διερεύνηση της γενικής ανταγωνιστικής ισορροπίας σε ένα μακροοικονομικό υπόδειγμα μιας περιόδου, με εξωγενές κεφάλαιο και αριθμό εργαζομένων. Στη συνέχεια, διερευνούμε τη διαχρονική γενική ισορροπία σε ένα ανταγωνιστικό μακροοικονομικό υπόδειγμα δύο περιόδων, το οποίο επιτρέπει την ύπαρξη αποταμιεύσεων και επενδύσεων.

Πολλά από τα θέματα που εξετάζονται μέσω του υποδείγματος δύο περιόδων μπορούν να επεκταθούν στο πλαίσιο υποδειγμάτων περισσοτέρων περιόδων.

Το ανταγωνιστικό υπόδειγμα αποταμιεύσεων και επενδύσεων δύο περιόδων που εξετάσαμε μπορεί να θεωρηθεί ως η βάση μιας ομάδας υποδειγμάτων οικονομικής μεγέθυνσης και οικονομικών διακυμάνσεων, βασισμένων στη δυναμική βελτιστοποίηση εκ μέρους των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.

Το υπόδειγμα της βέλτιστης οικονομικής μεγέθυνσης και των αποταμιεύσεων του αντιπροσωπευτικού νοικοκυριού του Ramsey (1928), ένα από τα πιο σημαντικά εργαλεία της θεωρίας της μεγέθυνσης, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια επέκταση του μοντέλου των δύο περιόδων σε οικονομίες που διαρκούν για έναν άπειρο αριθμό περιόδων. Στην πραγματικότητα, αυτή η επέκταση πραγματοποιήθηκε από τον Ramsey (1928), ακόμη και πριν από τη δημοσίευση του υποδείγματος των δύο περιόδων από τον Fisher (1931).

Υποδείγματα επαλλήλων γενεών, όπως τα υποδείγματα των Diamond (1965) και Blanchard (1985) -Weil (1989), βασίζονται επίσης στο διαχρονικό υπόδειγμα των δύο περιόδων του Fisher (1930). Ουσιαστικά, αποτελούν επέκταση του υποδείγματος του αντιπροσωπευτικού νοικοκυριού σε οικονομίες στις οποίες τα νοικοκυριά ανήκουν σε διαφορετικές γενέές. Έχουν δηλαδή διαφορετικές ημερομηνίες γέννησης. Ωστόσο, όπως θα δούμε, τα υποδείγματα επαλλήλων γενεών δεν μοιράζονται τις ιδιότητες του υποδείγματος του αντιπροσωπευτικού νοικοκυριού. Ο λόγος είναι ότι στα υποδείγματα επαλλήλων γενεών χωρίς διασυνδέσεις μεταξύ των γενεών, οι τρέχουσες γενεές δεν λαμβάνουν υπόψη την ευημερία των μελλοντικών γενεών, και επομένως οι αποταμιεύσεις είναι χαμηλότερες από αυτές που θα ήταν κοινωνικά βέλτιστες.

Το υπόδειγμα του αντιπροσωπευτικού νοικοκυριού δύο περιόδων αποτελεί τη βάση και των ανταγωνιστικών θεωριών των οικονομικών διακυμάνσεων, με τη μορφή του στοχαστικού υποδείγματος μεγέθυνσης και των νέων κλασικών οικονομικών. Αποτελεί επίσης τη βάση και των νέων κεϋνσιανών υποδειγμάτων των οικονομικών διακυμάνσεων.

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης