Από το 1879 έως και το 1913 η ισοτιμία της στερλίνας (Βρεταννικής λίρας) απέναντι στο δολάριο ήταν $4,86 ανά στερλίνα. Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1920, η ισοτιμία της στερλίνας είχε πέσει στα $3,66. Το 1926, λίγο πριν την επανένταξή της στον κανόνα χρυσού, η ισοτιμία της στερλίνας είχε αποκατασταθεί στα $4,86. Στο τέλος του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, το 1944, η ισοτιμία είχε πέσει στα $4,04. Το 1949 η στερλίνα είχε υποτιμηθεί στα $3,69 και το 1950 στα $2,80. Το 1970 η στερλίνα βρισκόταν στα $2,40 δολάρια. Το 1990 είχε υποτιμηθεί περαιτέρω, στα $1,78. Το 2011 βρισκόταν στα $1,60 και σήμερα στα $1,30 περίπου.

Ακόμη μεγαλύτερη μείωση έχει υποστεί η δραχμή, και μάλιστα σε πολύ μικρότερο διάστημα. Από το 1953 έως το 1974 η ισοτιμία της δραχμής ήταν 30 δραχμές ανά δολάριο. Μέσα σε δέκα χρόνια, η αξία της δραχμής απέναντι στο δολάριο μειώθηκε κατά περίπου 5 φορές, με αποτέλεσμα το 1985 η ισοτιμία δραχμής δολαρίου να φθάσει τις 147,76 δραχμές ανά δολάριο. Τα επόμενα δέκα χρόνια η δραχμή είχε έπεσε στο μισό της αξίας της απέναντι στο δολάριο, και το 1995 βρισκόταν στις 237 δραχμές στο δολάριο. Όταν η Ελλάδα υιοθέτησε το ευρώ το 2000, η ισοτιμία της δραχμής βρισκόταν στις 365,6 δραχμές ανά δολάριο.

Μέσα σε ένα αιώνα, η αξία της στερλίνας απέναντι στο δολάριο μειώθηκε κατά περίπου τρεις φορές. Σε περίπου ένα τέταρτο του αιώνα, 25 χρόνια, η αξία της δραχμής απέναντι στο δολάριο μειώθηκε κατά περίπου δώδεκα φορές. Ποιος είναι ο λόγος για αυτές τις δραματικές μακροχρόνιες εξελίξεις στις συναλλαγματικές ισοτιμίες.

Για να αντιληφθούμε πλήρως αυτές τις μακροχρόνιες εξελίξεις στις συναλλαγματικές ισοτιμίες χρειαζόμαστε να επεκτείνουμε την ως τώρα ανάλυσή μας και να υιοθετήσουμε ένα πλαίσιο μακροχρόνιας ανάλυσης. Πρώτον, πρέπει να συμπληρώσουμε την ανάλυσή μας για τις διασυνδέσεις της νομισματικής πολιτικής με το επίπεδο τιμών, τα επιτόκια και τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, και, δεύτερον, πρέπει να επιτρέψουμε και σε άλλους παράγοντες, εκτός από την προσφορά και τη ζήτηση χρήματος να έχουν επίδραση στις συναλλαγματικές ισοτιμίες.

Η μακροχρόνια ανάλυση στην οποία θα επικεντρωθούμε σε αυτή τη διάλεξη μας επιτρέπει να πούμε περισσότερα για τον προσδιορισμό των προσδοκιών για τη μελλοντική εξέλιξη των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Επειδή δε οι προσδοκίες για τη μελλοντική εξέλιξη των ισοτιμιών επηρεάζουν άμεσα την τρέχουσα ισοτιμία, οι προβλέψεις για τη μακροχρόνια εξέλιξη των ισοτιμιών έχουν άμεσα επίδραση στις τρέχουσες συναλλαγματικές ισοτιμίες. Ένας από τους κυριότερους παράγοντες που έχουν καθοριστική σημασία για τον προσδιορισμό τόσο των επιτοκίων, όσο και των ισοτιμιών είναι τα εθνικά επίπεδα τιμών. Χρειαζόμαστε συνεπώς μία θεωρία που να μας εξηγεί τη μακροχρόνια σχέση μεταξύ επιπέδων τιμών και συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Ως σημείο εκκίνησης λαμβάνουμε την θεωρία της ισοδυναμίας των αγοραστικών δυνάμεων (PPP), που εξηγεί τις μακροχρόνιες τάσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών ως αποτέλεσμα μεταβολών στα σχετικά επίπεδα τιμών των διαφόρων χωρών.

Κατόπιν, και αφού αναλύσουμε τις αδυναμίες της θεωρίας περί ισοδυναμίας των αγοραστικών δυνάμεων, αναλύουμε ένα γενικότερο υπόδειγμα για τον μακροχρόνιο προσδιορισμό των πραγματικών συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Η θεωρία της ισοδυναμίας των αγοραστικών δυνάμεων (ΙΑΔ), στην απόλυτη μορφή της, υποστηρίζει ότι μακροχρόνια η ονομαστική συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ των νομισμάτων δύο χωρών ισούται με το λόγο των επιπέδων τιμών των δύο χωρών, όπως αυτά μετρώνται από τις τιμές ενός αντιπροσωπευτικού “καλαθιού” αγαθών και υπηρεσιών. Μία αντίστοιχη διατύπωση είναι ότι η αγοραστική δύναμη του κάθε νομίσματος είναι ισοδύναμη σε κάθε χώρα.

Η απόλυτη ισοδυναμία των αγοραστικών δυνάμεων (απόλυτη ΙΑΔ) συνεπάγεται και τη σχετική ισοδυναμία των αγοραστικών δυνάμεων (σχετική ΙΑΔ), η οποία προβλέπει ότι οι ποσοστιαίες μεταβολές στις ονομαστικές συναλλαγματικές ισοτιμίες μακροχρόνια προσδιορίζονται από τις διαφορές πληθωρισμού μεταξύ των χωρών.

Δομικό στοιχείο της θεωρίας της ισοδυναμίας των αγοραστικών δυνάμεων είναι ο νόμος της μίας τιμής, ο οποίος προβλέπει ότι με ελεύθερο ανταγωνισμό και ελεύθερο διεθνές εμπόριο ένα προϊόν πρέπει να πωλείται στην ίδια τιμή, όταν η τιμή εκφράζεται σε κοινό νόμισμα, ανεξάρτητα από τον τόπο πώλησής του. Ωστόσο, πολλοί υποστηρικτές της θεωρίας της ισοδυναμίας των αγοραστικών δυνάμεων θεωρούν ότι ο νόμος της μιας τιμής δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ισχύ της θεωρίας.

Η νομισματική προσέγγιση στις συναλλαγματικές ισοτιμίες χρησιμοποιεί τη θεωρία της ισοδυναμίας των αγοραστικών δυνάμεων για να εξηγήσει τη μακροχρόνια εξέλιξη των ισοτιμιών αποκλειστικά με βάση τους παράγοντες που επηρεάζουν την προσφορά και τη ζήτηση χρήματος. Οι μακροχρόνιες διαφορές στα ονομαστικά επιτόκια δύο χωρών εξηγούνται με βάση τις διαφορές πληθωρισμού των χωρών, οι οποίοι προσδιορίζουν τις ποσοστιαίες μεταβολές στις συναλλαγματικές ισοτιμίες (επίπτωση Fisher). Οι διαφορές πληθωρισμού εξηγούνται κυρίως με βάση τις διαφορές του ρυθμού αύξησης της προσφοράς χρήματος. Η νομισματική προσέγγιση προβλέπει ότι μία μόνιμη αύξηση της προσφοράς χρήματος μιας χώρας οδηγεί σε μόνιμη υποτίμηση του νομίσματος της. Επιπλέον, προβλέπει ότι μία μόνιμη αύξηση των ονομαστικών επιτοκίων θα προκαλέσει υποτίμηση του νομίσματος, καθώς θα οδηγήσει σε μείωση της ζήτησης χρήματος, αύξηση του επιπέδου των τιμών και υποτίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας.

Η θεωρία της ισοδυναμίας των αγοραστικών δυνάμεων δεν επιβεβαιώνεται από την εμπειρία, ούτε στην απόλυτη αλλά ούτε και στη σχετική μορφή της. Η αποτυχία της αυτή αποδίδεται στην ύπαρξη εμποδίων στο ελεύθερο εμπόριο και στις αποκλίσεις από τον τέλειο ανταγωνισμό. Επιπλέον, λόγω του κόστους μεταφοράς, πολλά αγαθά και υπηρεσίες δεν είναι εμπορεύσιμα διεθνώς, ενώ και οι δείκτες τιμών δεν είναι ομοιογενείς μεταξύ των χωρών.

Αποκλίσεις από τη σχετική ισοδυναμία των αγοραστικών δυνάμεων συχνά αναφέρονται ως μεταβολές στην πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία μιας χώρας. Η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία ορίζεται ως η σχετική τιμή ενός τυπικού καλαθιού αγαθών και υπηρεσιών στις δύο χώρες, εκπεφρασμένη σε κοινό νόμισμα. Η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία καθορίζεται από πραγματικούς και όχι νομισματικούς παράγοντες. Για παράδειγμα, μία μεταστροφή της σχετικής παγκόσμιας ζήτησης υπέρ των προϊόντων μιας χώρας θα προκαλέσει πραγματική ανατίμηση του νομίσματος της. Αντίθετα, μία αύξηση των συνολικών της παραγωγικών δυνατοτήτων σε σχέση με τις άλλες χώρες θα προκαλέσει πραγματική υποτίμηση του νομίσματος της, προκειμένου να απορροφηθεί η αυξημένη παραγωγή της.

Ο μακροχρόνιος προσδιορισμός των ονομαστικών συναλλαγματικών ισοτιμιών μπορεί κατά συνέπεια να αναλυθεί με το συνδυασμό δύο θεωρίων: του μακροχρόνιου προσδιορισμού της πραγματικής ισοτιμίας και της νομισματικής προσέγγισης στον προσδιορισμό των σχετικών επιπέδων τιμών.

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης