Η ως τώρα ανάλυσή μας, βασισμένη στο βραχυχρόνιο κεϋνσιανό υπόδειγμα, μας οδηγεί στα εξής συμπεράσματα αναφορικά με τις επιπτώσεις της μακροοικονομικής πολιτικής στα καθεστώτα κυμαινομένων και σταθερών ισοτιμιών.

Σε ένα καθεστώς κυμαινομένων συναλλαγματικών ισοτιμιών μία προσωρινή νομισματική επέκταση μπορεί να οδηγήσει την οικονομία προς υψηλή απασχόληση, προκαλώντας υποτίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας, η οποία οδηγεί σε προσωρινή βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Αντίθετα, σε ένα καθεστώς σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών, η νομισματική πολιτική δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί, καθώς πρέπει να παραμείνει προσανατολισμένη στη σταθεροποίηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Από την άλλη, μία προσωρινή δημοσιονομική επέκταση μπορεί να οδηγήσει την οικονομία προς υψηλότερη απασχόληση, αλλά προκαλώντας επιδείνωση στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Ανεξάρτητα από το καθεστώς που διέπει τον προσδιορισμό της συναλλαγματικής ισοτιμίας, η χρήση της δημοσιονομικής πολιτικής προκαλεί σύγκρουση μεταξύ της επιδίωξης της εσωτερικής και της εξωτερικής ισορροπίας. Ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης της βραχυχρόνιας σύγκρουσης μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής ισορροπίας σε ένα καθεστώς σταθερών ισοτιμιών είναι η αναδιάταξη (υποτίμηση) της ισοτιμίας.

Το ερώτημα που ανακύπτει κατά συνέπεια είναι γιατί μία χώρα να θέλει να απεμπολήσει το βραχυχρόνιο εργαλείο της νομισματικής πολιτικής, επιλέγοντας ένα καθεστώς σταθερών ισοτιμιών. Ακόμη περισσότερο, γιατί να θέλει να συμμετάσχει σε μία νομισματική ζώνη, όπως η ζώνη του ευρώ, στην οποία δεν υπάρχει καν η δυνατότητα αναδιάταξης της ισοτιμίας. Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, πρέπει να ξεπεράσουμε τους περιορισμούς της βραχυχρόνιας ανάλυσης και να αναλύσουμε τα υπέρ και τα κατά των δύο καθεστώτων προσδιορισμού της συναλλαγματικής ισοτιμίας τόσο μεσοχρόνια όσο και μακροχρόνια. Μόνο τότε θα μπορούμε να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων των εναλλακτικών συστημάτων.

Στη διάλεξη αυτή επικεντρωνόμαστε σε τρία ζητήματα.

Πρώτον, στο πως η δυνατότητα μιας νομισματικής επέκτασης να επηρεάσει το εισόδημα και την απασχόληση, και όχι το επίπεδο τιμών και τον πληθωρισμό, εξαρτάται από την ταχύτητα προσαρμογής των προσδοκιών αναφορικά με τον πληθωρισμό. Αν οι προσδοκίες αναφορικά με τον πληθωρισμό προσαρμόζονται γρήγορα, τότε η μεσοχρόνια δυνατότητα της νομισματικής πολιτικής να επηρεάζει συστηματικά το πραγματικό εισόδημα και την απασχόληση εκμηδενίζεται, ενώ η οικονομία μπορεί να καταλήξει με υψηλό και αυξανόμενο πληθωρισμό. Κατά συνέπεια, το μεγάλο πλεονέκτημα των κυμαινομένων ισοτιμιών, ότι επιτρέπουν στη νομισματική πολιτική να επιδιώκει βραχυχρόνια τόσο την εσωτερική όσο και τη εξωτερική ισορροπία, χάνει μεγάλο μέρος της ελκυστικότητας του. Η συστηματική χρήση της νομισματικής πολιτικής μπορεί να οδηγήσει σε καθεστώς υψηλού και αυξανόμενου πληθωρισμού, χωρίς αποτελέσματα στη μάχη κατά της ανεργίας.

Το δεύτερο ζήτημα στο οποίο επικεντρωνόμαστε είναι το ζήτημα των κρίσεων εμπιστοσύνης, οι οποίες επηρεάζουν και συχνά αποσταθεροποιούν τα καθεστώτα σταθερών ισοτιμιών. Μία κρίση εμπιστοσύνης μπορεί να αποσταθεροποιήσει ένα καθεστώς σταθερών ισοτιμιών και να μετατρέψει τη δυνατότητα υποτίμησης από εργαλείο πολιτικής για την επίτευξη εσωτερικής και εξωτερικής ισορροπίας σε παράγοντα αποσταθεροποίησης της οικονομίας συνολικά.

Το τρίτο ζήτημα που χρήζει σχολιασμού είναι οι πραγματικές επιπτώσεις των μεγάλων και επίμονων διακυμάνσεων των ονομαστικών και πραγματικών ισοτιμιών, που χαρακτηρίζουν τα καθεστώτα κυμαινομένων ισοτιμιών. Τα καθεστώτα κυμαινομένων ισοτιμιών δεν λειτουργούν πάντοτε σταθεροποιητικά. Υπάρχουν σημαντικές βραχυχρόνιες αλλά και μεσοχρόνιες διακυμάνσεις των ονομαστικών και των πραγματικών ισοτιμιών, οι οποίες προκαλούνται από μεταβολές στις προσδοκίες για τη μελλοντική πορεία των ισοτιμιών και των επιτοκίων, σε συνδυασμό με τη σταδιακή προσαρμογή του επιπέδου των τιμών. Κατά τεκμήριο, οι διακυμάνσεις αυτές δεν συνδέονται με την ανάγκη επίτευξης εσωτερικής και εξωτερικής ισορροπίας και συχνά λειτουργούν αποσταθεροποιητικά, με σημαντικό οικονομικό κόστος.

Αφού αναλύσουμε αυτά τα τρία ζητήματα, κατόπιν κάνουμε μια πιο ολοκληρωμένη αξιολόγηση των υπερ και των κατά των δύο συστημάτων.

Επιπλέον, στη διάλεξη αυτή εξετάζουμε τα κριτήρια τα οποία προσδιορίζουν το κατά πόσον μία ομάδα χωρών αποτελεί βέλτιστη νομισματική περιοχή, και μπορεί να ωφεληθεί από την υιοθέτηση ενός κοινού νομίσματος. Τα κριτήρια αυτά (Mundell 1961) είναι το κατά πόσον οι χώρες αυτές έχουν στενούς οικονομικούς δεσμούς και παρόμοια διάρθρωση, το κατά πόσον υπόκεινται σε κοινές οικονομικές διαταραχές και το κατά πόσον υπάρχει μεγάλη κινητικότητα της εργασίας μεταξύ των χωρών και των περιφερειών που αποτελούν τη ζώνη κοινού νομίσματος. Με βάση τα κριτήρια αυτά, αλλά και επιπλέον κριτήρια, εξετάζουμε κατά πόσον οι ΗΠΑ και η ευρωζώνη αποτελούν βέλτιστες νομισματικές περιοχές.

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης