Μία από τις κυριότερες διαφορές μεταξύ μιας κλειστής οικονομίας, όπως υποθέταμε ως τώρα, και μιας οικονομίας ανοικτής στις διεθνείς συναλλαγές, είναι ότι σε μία ανοικτή οικονομία μέρος του παραγομένων αγαθών και υπηρεσιών εξάγεται στον υπόλοιπο κόσμο. Επιπλέον, μέρος της εγχώριας ιδιωτικής κατανάλωσης, των επενδύσεων και της δημόσιας κατανάλωσης αποτελείται από αγαθά και υπηρεσίες τα οποία εισάγονται από τον υπόλοιπο κόσμο. Τέλος, μέσω των διεθνών χρηματαγορών και κεφαλαιαγορών, νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις μπορούν να ανταλλάσουν χρήμα και χρεώγραφα  (υποσχέσεις μελλοντικής πληρωμής) με νοικοκυριά και επιχειρήσεις άλλων χωρών.

Η μακροοικονομική των ανοικτών οικονομιών, ή διεθνής μακροοικονομική, ασχολείται με το προσδιορισμό των βασικών μακροοικονομικών μεγεθών (ΑΕΠ, ποσοστό μεγέθυνσης, ποσοστό ανεργίας, πληθωρισμό, επιτόκια) σε οικονομίες συνδεδεμένες με τις παγκόσμιες αγορές.

Καθώς μία ανοικτή οικονομία μπορεί να δανείζεται ή να δανείζει πόρους στον υπόλοιπο κόσμο, οι εγχώριες επενδύσεις μπορούν να διαφέρουν από τις εθνικές αποταμιεύσεις. Η διαφορά τους προσδιορίζει το ισοζύγιο πληρωμών. Η εξήγηση των εξελίξεων στο ισοζύγιο πληρωμών και των συνέπειών τους, είναι ένα από τα βασικά αντικείμενα της μακροοικονομικής των ανοικτών οικονομιών.

Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών έχει μεγάλη σημασία καθώς προσδιορίζει την έκταση στην οποία μία χώρα συσσωρεύει περιουσιακά στοιχεία από τον υπόλοιπο κόσμο. Αν μία χώρα έχει πλεονασματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αυτό σημαίνει ότι εισπράττει από τον υπόλοιπο κόσμο περισσότερα από ό,τι πληρώνει. Συνεπώς, είναι καθαρός δανειστής προς τον υπόλοιπο κόσμο και συσσωρεύει περιουσιακά στοιχεία από το εξωτερικό. Αν μία χώρα έχει ελλειμματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αυτό σημαίνει ότι εισπράττει από τον υπόλοιπο κόσμο λιγότερα από ό,τι πληρώνει. Συνεπώς, είναι καθαρός δανειζόμενος από τον υπόλοιπο κόσμο. Συσσωρεύει εξωτερικό χρέος.

Το γεγονός ότι μία οικονομία είναι ανοικτή μας αναγκάζει να επανεξετάσουμε τον τρόπο που βλέπουμε την ισορροπία στην αγορά αγαθών και υπηρεσιών

Μέχρι τώρα, όταν σκεφτόμαστε τις αποφάσεις των καταναλωτών στην αγορά αγαθών και υπηρεσιών, επικεντρώναμε την προσοχή τους στην απόφαση τους να αποταμιεύσουν ή να καταναλώσουν. Όταν μία οικονομία είναι ανοικτή, οι εγχώριοι καταναλωτές αντιμετωπίζουν και μια δεύτερη απόφαση: εάν θα αγοράσουν εγχώρια αγαθά ή εισαγόμενα αγαθά. Στην πραγματικότητα, όλοι οι αγοραστές – συμπεριλαμβανομένων των εγχώριων και ξένων επιχειρήσεων και των κυβερνήσεων – αντιμετωπίζουν την ίδια απόφαση. Η απόφαση αυτή έχει άμεση επίπτωση στην εγχώρια παραγωγή: Εάν οι αγοραστές αποφασίσουν να αγοράζουν περισσότερα εγχώρια αγαθά, η ζήτηση για τα εγχώρια αγαθά αυξάνεται, όπως και η εγχώρια παραγωγή. Εάν αποφασίσουν να αγοράσουν περισσότερα εισαγόμενα αγαθά και υπηρεσίες, τότε αυξάνεται η παραγωγή στον υπόλοιπο κόσμο αντί για την εγχώρια παραγωγή.

Κεντρική σε αυτή τη δεύτερη απόφαση (αγορά εγχωρίως παραγομένων αγαθών και υπηρεσιών, ή αγορά εισαγομένων) είναι η σχετική τιμή των εγχώριως παραγομένων αγαθών και υπηρεσιών σε σχέση με τα εισαγόμενα. Η σχετική αυτή τιμή συνιστά την πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία.

Η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία δεν είναι άμεσα διαθέσιμη. Δεν θα την βρείτε στις εφημερίδες. Αυτό που θα βρείτε στις εφημερίδες είναι η ονομαστική συναλλαγματική ισοτιμία, η σχετική τιμή δύο νομισμάτων. Οι ονομαστικές συναλλαγματικές ισοτιμίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για  να κατασκευάσουμε τις πραγματικές συναλλαγματικές ισοτιμίες.

Καθώς οι συναλλαγές στη διεθνή οικονομία γίνονται με πολλά νομίσματα, ο προσδιορισμός των σχετικών τιμών αυτών των νομισμάτων, των συναλλαγματικών ισοτιμιών, ανήκει και αυτός στα βασικά αντικείμενα της διεθνούς μακροοικονομικής.

Η διόρθωση των διεθνών ανισορροπιών και ο προσδιορισμός των συναλλαγματικών ισοτιμιών γίνονται εντός του πλαισίου του διεθνούς νομισματικού συστήματος.

Το διεθνές νομισματικό σύστημα είναι ένα σύνολο διεθνώς αποδεκτών κανόνων, συμβάσεων και υποστηρικτικών θεσμών, που διευκολύνουν το διεθνές εμπόριο, τις διασυνοριακές επενδύσεις και γενικά τις κινήσεις κεφαλαίων μεταξύ των εθνικών κρατών.

Παρέχει διεθνώς αποδεκτά μέσα πληρωμής μεταξύ αγοραστών και πωλητών διαφορετικής εθνικότητας καθώς και διεθνώς αποδεκτά χρεόγραφα.
Για να λειτουργήσει με επιτυχία, πρέπει να εμπνέει εμπιστοσύνη, να παρέχει επαρκή ρευστότητα και να παρέχει μέσα και κανόνες ώστε να μπορούν να διορθωθούν γρήγορα και αποτελεσματικά οι παγκόσμιες ανισορροπίες.

Το διεθνές νομισματικό σύστημα μπορεί να έχει αναπτυχθεί οργανικά, ως το συλλογικό αποτέλεσμα πολλών εθνικών πρωτοβουλιών και συμφωνιών επί αρκετές δεκαετίες, ή μπορεί να προκύψει από ένα ενιαίο αρχιτεκτονικό όραμα, όπως συνέβη με το σύστημα που συμφωνήθηκε στο Bretton Woods το 1944, και λειτούργησε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η ικανότητα της κεντρικής τράπεζας μιας ανοικτής οικονομίας να ακολουθεί μια ανεξάρτητη νομισματική πολιτική διαφέρει ανάλογα με το καθεστώς συναλλαγματικών ισοτιμιών και το καθεστώς κινητικότητας των κεφαλαίων.

Όταν υπάρχει ελεύθερη κινητικότητα κεφαλαίων, μια εθνική κεντρική τράπεζα διαθέτει δύο βασικές επιλογές. Μπορεί είτε να αφήσει την συναλλαγματική ισοτιμία να κυμαίνεται ελεύθερα (κυμαινόμενες συναλλαγματικές ισοτιμίες) χωρίς παρεμβάσεις στην αγορά συναλλάγματος, είτε να κάνει παρεμβάσεις στην αγορά συναλλάγματος (σταθερές ή διαχειριζόμενες συναλλαγματικές ισοτιμίες). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, προκύπτει ότι δεν μπορεί να ακολουθήσει μια ανεξάρτητη νομισματική πολιτική.

Για να μπορέσει μια κεντρική τράπεζα να ακολουθήσει μια ανεξάρτητη νομισματική πολιτική υπό καθεστώς σταθερών ή διαχειριζόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών, μια χώρα πρέπει να επιβάλει περιορισμούς στις κινήσεις κεφαλαίων (έλεγχοι κεφαλαίου).

Από τις τρεις επιλογές: 1. σταθερών (ή διαχειριζόμενων) συναλλαγματικών ισοτιμιών, 2. ανεξάρτητης εθνικής νομισματικής πολιτικής και 3. ελεύθερης κινητικότητας κεφαλαίου, μόνο δύο είναι διαθέσιμες σε μια χώρα. Και οι τρεις επιλογές ταυτόχρονα είναι ασύμβατες.

Αυτό το πρόβλημα ονομάζεται το τρίλημμα των ανοικτών οικονομιών.

Από το 1973 μέχρι σήμερα, οι ΗΠΑ, η Ευρωζώνη, η Ιαπωνία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ελβετία και μια σειρά από προηγμένες οικονομίες έχουν επιλέξει την ελεύθερη κινητικότητα του κεφαλαίου και τη νομισματική τους αυτονομία, με αποτέλεσμα τη μονιμοποίηση του συστήματος των κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών

Πολλές άλλες χώρες, κυρίως αναπτυσσόμενες, έχουν επιλέξει μια σειρά από ενδιάμεσα καθεστώτα συναλλαγματικών ισοτιμιών, που εκτείνονται από κυμαινόμενες σε μονομερώς καθορισμένες συναλλαγματικές ισοτιμίες, με ή χωρίς περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων. 

Η Κίνα έχει επιλέξει ελέγχους κεφαλαίου για να συνδυάσει διαχειριζόμενες συναλλαγματικές ισοτιμίες με διατήρηση της εγχώριας νομισματικής της αυτονομίας. 

Το 1978, οι χώρες της τότε Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (αργότερα Ευρωπαϊκής Ένωσης) ίδρυσαν το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα, ένα σύστημα σταθερών αλλά αναπροσαρμοσίμων ισοτιμιών μεταξύ των νομισμάτων τους. Αυτό αργότερα εξελίχθηκε σε ένα ενιαίο νόμισμα, το ευρώ, το οποίο εισήχθη το 1999. 

Το ευρώ μπορεί να θεωρηθεί ως μια ακραία μορφή σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών υπό ελεύθερη κινητικότητα κεφαλαίων. Ως αποτέλεσμα, οι οικονομίες της ζώνης του ευρώ εγκατέλειψαν τη νομισματική τους αυτονομία, και υπόκεινται στην κοινή νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης

Διδακτικά Συγγράμματα

Mankiw Κεφ. 6

Blanchard Κεφ. 18