Η δημοσιονομική πολιτική βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων αναφορικά με τη μακροοικονομική πολιτική. Στις περισσότερες οικονομίες, η χρηματοπιστωτική κρίση της περιόδου 2007-2009 οδήγησε σε μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα και σε μεγάλη αύξηση των δεικτών του χρέους προς το ΑΕΠ.

Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, οι επενδυτές άρχισαν να ανησυχούν για το αν μπορεί πράγματι να εξυπηρετηθεί το χρέος και άρχισαν να απαιτούν υψηλότερα επιτόκια για να αντισταθμίσουν τον κίνδυνο μη εξυπηρέτησης του χρέους ή ακόμη και πτώχευσης. Αυτό υποχρέωσε πολλές κυβερνήσεις να μειώσουν σημαντικά τα δημοσιονομικά τους ελλείμματα εν μέσω ύφεσης, προκειμένου να σταθεροποιήσουν το δημόσιο χρέος τους και να καθησυχάσουν τους επενδυτές.

Όπως γνωρίζουμε από το πλαίσιο IS-LM, μια πολιτική δημοσιονομικής συρρίκνωσης όμως οδηγεί σε μείωση της συνολικής ζήτησης, μεγαλύτερη ύφεση και άνοδο της ανεργίας.

Οι κυβερνήσεις χωρών με υψηλό δημόσιο χρέος αντιμετωπίζουν μια δύσκολη επιλογή: Μείωση των ελλειμμάτων γρήγορα και έμπρακτη διαβεβαίωση των αγορών ότι θα συνεχίσουν να εξυπηρετούν το χρέος τους, με κίνδυνο χαμηλότερης ανάπτυξης ή ακόμη και ύφεσης, ή βραδύτερη μείωση των ελλειμμάτων, προκειμένου να αποφευχθεί η ύφεση και η άνοδος της ανεργίας, με κίνδυνο το δημόσιο χρέος να συνεχίσει να αυξάνεται και να μην πεισθούν οι επενδυτές που το διακρατούν.

Ένα τέτοιο δίλημμα αντιμετώπισε η Ελλάδα το 2010, μετά τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2009, όταν αναγκάστηκε να να υιοθετήσει μία σειρά προγραμμάτων απότομης δημοσιονομικής προσαρμογής, υπό την εποπτεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Πως όμως σχετίζονται τα δημοσιονομικά ελλείμματα με την εξέλιξη του δημοσίου χρέους;

H εξέταση αυτής της διαχρονικής σχέσης μεταξύ ελλειμμάτων και χρέους αποτελεί το κύριο αντικείμενο αυτής της διάλεξης.

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης

Διδακτικά Συγγράμματα

Mankiw Κεφ. 17

Blanchard Κεφ. 23