Αναφορικά με τις αγορές αγαθών και υπηρεσιών και χρήματος, μέχρι τώρα είχαμε  επικεντρωθεί στη βραχυχρόνια ανάλυση του κεϋνσιανού υποδείγματος, το οποίο βασιζόταν στην υπόθεση ότι το επίπεδο τιμών είναι δεδομένο ή προσαρμόζεται σταδιακά. Όπως ισχύει και για την αγορά εργασίας, αυτή η υπόθεση μπορεί να είναι κατάλληλη βραχυχρόνια, αλλά είναι σαφώς ακατάλληλη μεσοχρόνια και μακροχρόνια.

Μεσοχρόνια και μακροχρόνια, οι τιμές προσαρμόζονται για να εξισορροπήσουν τόσο τις αγορές αγαθών και υπηρεσιών όσο και τις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Οι συνεχείς αυξήσεις της προσφοράς χρήματος, όπως υποδηλώνει μια συνεχώς επεκτατική νομισματική πολιτική, θα οδηγήσουν τελικά σε συνεχή άνοδο του επιπέδου των τιμών, δηλαδή σε υψηλότερο πληθωρισμό. Ως εκ τούτου, μεσοχρόνια και μακροχρόνια, καθώς η παραγωγή και η απασχόληση εξισορροπούν στα «φυσικά» τους επίπεδα, μια περισσότερο επεκτατική νομισματική πολιτική θα οδηγήσει σε μονίμως υψηλότερο πληθωρισμό.

Με τη σειρά του, ο μονίμως υψηλότερος πληθωρισμός θα οδηγήσει σε υψηλότερα ονομαστικά επιτόκια, καθώς οι επενδυτές θα απαιτούν να αποζημιώνονται για τις προσδοκώμενες απώλειες που συνεπάγεται ο πληθωρισμός για την πραγματική αξία των ονομαστικών χρεωγράφων, όπως τα ομόλογα.

Για να αναλύσουμε αυτές τις επιπτώσεις των νομισματικών επεκτάσεων θα εξετάσουμε τις χρηματοπιστωτικές αγορές μεσοχρόνια και μακροχρόνια.

Στο βαθμό που μεταβάλλεται ο προσδοκώμενος πληθωρισμός, αυτό επηρεάζει τα ονομαστικά επιτόκια. Οι αποταμιευτές ενδιαφέρονται για την πραγματική απόδοση των τοποθετήσεών τους. Αν αναμένουν ότι το επίπεδο τιμών θα αυξάνεται συνεχώς, θα επιδιώξουν να προστατευτούν από αυτές οι αυξήσεις, μετακινώντας τις τοποθετήσεις τους από χρεώγραφα σταθερής ονομαστικής αξίας, όπως τα ομόλογα, σε πραγματικά περιουσιακά στοιχεία, η αξία των οποίων δεν μειώνεται από τον πληθωρισμό. Αυτό θα έχει ως συνέπεια την πτώση των τιμών των ομολόγων και την αύξηση των ονομαστικών επιτοκίων. Θα συνεχίσει να γίνεται έως ότου οι τιμές των ομολόγων μειωθούν τόσο, ώστε το ονομαστικό επιτόκιο μείον τον προσδοκώμενο πληθωρισμό εξισωθεί με την απόδοση των πραγματικών περιουσιακών στοιχείων, το πραγματικό επιτόκιο

Πώς ορίζεται το πραγματικό επιτόκιο; Το ερώτημα αυτό τέθηκε αρχικά και απαντήθηκε από τον Αμερικανό οικονομολόγο Irving Fisher το 1898.

Ο Fisher υποστήριξε ότι σε συνθήκες ισορροπίας στις χρηματοπιστωτικές αγορές, οι αποδόσεις των πραγματικών και των ονομαστικών περιουσιακών στοιχείων προσαρμοσμένων για τον προσδοκώμενο πληθωρισμό θα πρέπει είναι ίσες. Σε αντίθετη περίπτωση, οι επενδυτές θα μετακινούν τις τοποθετήσεις τους μεταξύ πραγματικών και ονομαστικών περιουσιακών στοιχείων έως ότου οι αποδόσεις τους εξισωθούν. Η εξίσωση αυτή είναι γνωστή ώς η εξίσωση Fisher.

Η εξίσωση Fisher συνεπάγεται ότι σε οικονομίες με υψηλό πληθωρισμό οι πληθωριστικές προσδοκίες θα είναι υψηλές και οι οικονομίες αυτές θα τείνουν μεσοχρόνια να έχουν υψηλά ονομαστικά επιτόκια. Οι οικονομίες χαμηλού πληθωρισμού θα τείνουν μεσοχρόνια να έχουν χαμηλά ονομαστικά επιτόκια.

Η εξίσωση Fisher επίσης συνεπάγεται ότι, για δεδομένο μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο πληθωρισμό και, επομένως, για μεσοχρόνιες και μακροχρόνιες πληθωριστικές προσδοκίες, προσωρινές αυξήσεις της προσφοράς χρήματος μειώνουν όχι μόνο τα ονομαστικά αλλά και τα πραγματικά επιτόκια.

Έτσι, ακόμα και αν η ζήτηση για επενδύσεις εξαρτάται από τα πραγματικά και όχι τα ονομαστικά επιτόκια, η βραχυπρόθεσμη ανάλυση που βασίζεται στο πλαίσιο IS-LM δεν επηρεάζεται από την ύπαρξη δεδομένου μεσοχρόνιου ή μακροχρόνιου πληθωρισμού.

Με δεδομένες πληθωριστικές προσδοκίες, με τη μεταβολή του τρέχοντος ονομαστικού επιτοκίου, η κεντρική τράπεζα μεταβάλει προς την ίδια κατεύθυνση και το πραγματικό επιτόκιο και συνεπώς επηρεάζει την επενδυτική ζήτηση, ακόμη και αν η επενδυτική ζήτηση εξαρτάται από τα πραγματικά και όχι τα ονομαστικά επιτόκια.

Μεσοχρόνια και μακροχρόνια, όταν τόσο το συνολικό προϊόν όσο και τα ονομαστικά επιτόκια προσδιορίζονται στο “φυσικό” τους επίπεδο, μόνιμες αυξήσεις στην προσφορά χρήματος ωθούν το επίπεδο τιμών σε υψηλότερο επίπεδο. Συνεπώς, μεσοχρόνια και μακροχρόνια μόνιμες μεταβολές στην προσφορά χρήματος δεν επηρεάζουν το επίπεδο του πραγματικού προϊόντος ή των επιτοκίων, αλλά μόνο το επίπεδο των τιμών. Η ιδιότητα αυτή ονομάζεται ουδετερότητα του χρήματος.

Με τον ίδιο τρόπο που μία μόνιμη αύξηση της προσφοράς χρήματος προκαλεί μεσοχρόνια και μακροχρόνια αύξηση του επιπέδου των τιμών κατά το ίδιο ποσοστό, η συνεχής νομισματική επέκταση, με τη μορφή συνεχών αυξήσεων της προσφοράς χρήματος που υπερβαίνουν το μακροπρόθεσμο ρυθμό ανάπτυξης του συνολικού προϊόντος, προκαλούν συνεχείς αυξήσεις του επιπέδου των τιμών, δηλαδή πληθωρισμό.

Ο πληθωρισμός, μεσοχρόνια και μακροχρόνια, είναι ίσος με τη διαφορά μεταξύ του ρυθμού αύξησης της προσφοράς χρήματος και του ρυθμού αύξησης της πραγματικής ζήτησης χρήματος, που με τη σειρά του ισούται με το ρυθμό αύξησης του συνολικού προϊόντος.

Η θετική σχέση μεταξύ της νομισματικής αύξησης και του πληθωρισμού σχετίζεται με τη λεγόμενη μεσοχρόνια και μακροχρόνια υπέρ ουδετερότητα του χρήματος. Όσο υψηλότερος είναι ο μεσοχρόνιος και μακροχρόνιος ρυθμός αύξησης της προσφοράς χρήματος από την κεντρική τράπεζα, τόσο υψηλότερος θα είναι ο μεσοχρόνιος και μακροχρόνιος πληθωρισμός, καθώς ο ρυθμός αύξησης του συνολικού προϊόντος προσδιορίζεται μεσοχρόνια και μακροχρόνια από το ρυθμό της τεχνικής προόδου και τον ρυθμό αύξησης του πληθυσμού και της απάσχολησης.

Ποιο είναι το κόστος του υψηλού μεσοχρόνιου και μακροχρόνιου πληθωρισμού; Οι οικονομίες υψηλού πληθωρισμού θα τείνουν να έχουν υψηλά ονομαστικά επιτόκια λόγω του υψηλού προσδοκώμενου πληθωρισμού. Τα υψηλά ονομαστικά επιτόκια οδηγούν σε μείωση της ζήτησης χρήματος. Έτσι, οι οικονομίες υψηλού πληθωρισμού θα χαρακτηρίζονται μεσοχρόνια και μακροχρόνια από χαμηλότερα πραγματικά ρευστά διαθέσιμα. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια του πλεονάσματος του καταναλωτή από τη χρήση του χρήματος, και είναι το μεσοχρόνιο και μακροχρόνιο κόστος ευημερίας του υψηλού προσδοκώμενου πληθωρισμού.

Ουσιαστικά, στις οικονομίες με υψηλό πληθωρισμό, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις διακρατούν μικρότερες ποσότητες χρήματος για τις συναλλαγές τους, λόγω του υψηλότερου κόστους ευκαιρίας της διακράτησης χρήματος που συνεπάγεται ο υψηλός πληθωρισμός. Επομένως, το νομισματικό σύστημα είναι λιγότερο αποτελεσματικό, καθώς τους υποχρεώνει να πραγματοποιούν περισσότερες συναλλαγές (επισκέψεις στην “τράπεζα”) προκειμένου να μετατρέπουν σε χρήμα άλλα τοκοφόρα περιουσιακά τους στοιχεία, όπως ομόλογα, μετοχές, ακίνητα κλπ. Ως εκ τούτου, ο υψηλός πληθωρισμός μεσοχρόνια και μακροχρόνια συνεπάγεται κόστος ευημερίας υπό μορφή υψηλότερου κόστους συναλλαγών.

Σε ακραίες περιπτώσεις, δηλαδή σε οικονομίες με πολύ υψηλό πληθωρισμό και υπερπληθωρισμό, τα νοικοκυριά μειώνουν τη ζήτηση χρημάτων τόσο πολύ ώστε το εγχώριο νομισματικό σύστημα να διαταραχθεί τόσο σοβαρά ώστε να υπάρξει είτε υποκατάσταση νομισμάτων (δολλαριοποίηση ή χρυσοφιλία) είτε επιστροφή στον αντιπραγματισμό (barter).

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης

Διδακτικά Συγγράμματα

Mankiw Κεφ. 5

Blanchard Κεφ. 14