Η υπόθεση της απόλυτης ακαμψίας είτε στις τιμές είτε στους μισθούς που γίνεται στο υπόδειγμα IS-LM είναι προφανώς μη ρεαλιστική ακόμη και βραχυπρόθεσμα. Οι οικονομίες χαρακτηρίζονται από την ταυτόχρονη ύπαρξη πληθωρισμού και ανεργίας.

Ο πληθωρισμός είναι ένα φαινόμενο που συνεπάγεται προσαρμογή τόσο των τιμών όσο και των μισθών, ακόμη και αν προσαρμόζονται σταδιακά και όχι άμεσα.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1950, ένα κεντρικό σημείο αναφοράς για τα κεϋνσιανά υποδείγματα ήταν η καμπύλη Phillips. Αυτή ήταν μια αρνητική εμπειρική σχέση μεταξύ ανεργίας και μισθολογικού πληθωρισμού στο Ηνωμένο Βασίλειο, που τεκμηριώθηκε για πρώτη φορά από τον Phillips (1958). Με βάση τα ευρήματα του Phillips, ο Samuelson και ο Solow (1960) τεκμηρίωσαν μια παρόμοια σχέση για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η καμπύλη Phillips, συνδυάστηκε με το υπόδειγμα προσδιορισμού της συνολικής ζήτησης IS-LM, ώστε να μπορούν να προσδιοριστούν βραχυπρόθεσμα ταυτόχρονα τόσο ο πληθωρισμός όσο και η ανεργία.

Σύμφωνα με την καμπύλη Phillips, στην οποία δόθηκε η ερμηνεία μιας συνάρτησης προσαρμογής των ονομαστικών μισθών, μία αύξηση του ποσοστού ανεργίας οδηγούσε σε μικρότερες αυξήσεις των ονομαστικών μισθών, καθώς λόγω της υψηλότερης ανεργίας οι εργαζόμενοι μπορούσαν να διασφαλίσουν μικρότερες μισθολογικές αυξήσεις, δεδομένου ότι υπήρχαν περισσότεροι άνεργοι διατεθειμένοι να εργασθούν στους υφιστάμενους μισθούς. Το αντίθετο συνέβαινε όταν υπήρχε μείωση του ποσοστού ανεργίας, καθώς οι εργαζόμενοι μπορούσαν να διασφαλίσουν υψηλότερες μισθολογικές αυξήσεις, δεδομένου ότι υπήρχαν λιγότεροι άνεργοι διατεθειμένοι να εργασθούν στους υφιστάμενους μισθούς.

Στο πλαίσιο του βασικού κεϋνσιανού υποδείγματος, μπορεί κανείς να συνδυάσει το υπόδειγμα της συνολικής ζήτησης IS-LM με την καμπύλη Phillips (PC). Αντί για την υπόθεση σταθερού επιπέδου τιμών και μισθών, χρησιμοποιεί κανείς την πολύ πιο ρεαλιστική υπόθεση ότι βραχυχρόνια η προσαρμογή των μισθών και των τιμών εξαρτάται αρνητικά από το ποσοστό ανεργίας, ή θετικά από το επίπεδο του πραγματικού ΑΕΠ σε σχέση με το επίπεδο ‘πλήρους’ απασχόλησης.

Αν υπάρχει ανεργία και το πραγματικό ΑΕΠ είναι χαμηλότερο από το επίπεδο πλήρους απασχόλησης, μία αύξηση της συνολικής ζήτησης θα οδηγούσε σε υψηλότερα πραγματικά εισοδήματα και θέσεις εργασίας, χαμηλότερη ανεργία και αύξηση του πληθωρισμού, όπως προβλέπει η καμπύλη Phillips.

Αντίθετα, η μείωση της συνολικής ζήτησης θα οδηγούσε σε χαμηλότερο επίπεδο πραγματικού εισοδήματος και απασχόλησης, υψηλότερη ανεργία και μείωση του πληθωρισμού κατά μήκος της καμπύλης Phillips.

Χρησιμοποιώντας αυτή τη συνδυασμένη προσέγγιση, οι Samuelson και Solow (1960) υποστήριξαν ότι το βραχυπρόθεσμο πρόβλημα της μακροοικονομικής πολιτικής στα κεϋνσιανά υποδείγματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ο προσδιορισμός του επιπέδου της συνολικής ζήτησης, προκειμένου να επιλεγεί ο κοινωνικά επιθυμητός συνδυασμός πληθωρισμού και ανεργίας.

Σε περιόδους ύφεσης, η αύξηση της συνολικής ζήτησης θα οδηγήσει σε μείωση της ανεργίας, αλλά με τίμημα υψηλότερο πληθωρισμό. Σε περιόδους χαμηλής ανεργίας, υψηλής οικονομικής μεγέθυνσης  και υψηλού πληθωρισμού, ο πληθωρισμός θα μπορούσε να μειωθεί μέσω της μείωσης της συνολικής ζήτησης, αλλά αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα υψηλότερη ανεργία.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, οι αρνητική σχέση μεταξύ πληθωρισμού και ανεργίας που προσδιορίστηκαν από τον Phillips στο Ηνωμένο Βασίλειο και τους Samuelson και Solow στις ΗΠΑ άρχισε να αλλάζει.

Η μείωση της ανεργίας στις αρχές της δεκαετίας του 1960 οδήγησε αρχικά σε αύξηση του πληθωρισμού. Ωστόσο, ενώ η μείωση της ανεργίας σταμάτησε μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1960, ο πληθωρισμός συνέχισε να αυξάνεται. Επιπλέον, η ανεργία αυξήθηκε σημαντικά προς τα τέλη της δεκαετίας του 1960 χωρίς να μειωθεί αισθητά ο πληθωρισμός. Αυτό σήμαινε ότι προσπάθεια μείωσης της ανεργίας θα οδηγούσε σε ακόμη μεγαλύτερη αύξηση του πληθωρισμού.

Αυτό σύντομα αποδόθηκε στην επίπτωση των πληθωριστικών προσδοκιών. Όπως υποστήριξαν οι Phelps (1967) και Friedman (1968), η αύξηση του πληθωρισμού οδηγεί σε προσδοκίες για υψηλότερο μελλοντικό πληθωρισμό από πλευράς νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Αυτό επηρεάζει προς τα επάνω τις μισθολογικές αυξήσεις, ανεξάρτητα από την εξέλιξη της ανεργίας. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο πληθωρισμός συνεχίζει να αυξάνεται ακόμη και αν η ανεργία παραμείνει σταθερή, λόγω της σταδιακής αύξησης των πληθωριστικών προσδοκιών. Παραμένει δε υψηλός ακόμη και αν αυξηθεί η ανεργία, λόγω των υψηλότερων πληθωριστικών προσδοκιών.

Η θεωρία των Phelps και Friedman, συνεπαγόταν ότι μεσοχρόνια δεν υπήρχε αρνητική σχέση μεταξύ πληθωρισμού και ανεργίας. Μεσοχρόνια, η οικονομία καταλήγει σε ένα ‘φυσικό’ ποσοστό ανεργίας το οποίο είναι ανεξαρτητο από το ύψος του πληθωρισμού, και από το οποίο μόνο βραχυχρόνια μπορεί να αποκλίνει μία οικονομία.

Προσπάθεια διατήρησης του ποσοστού ανεργίας κάτω από αυτό το ‘φυσικό ποσοστό’ θα οδηγούσε σε συνεχώς αυξανόμενο πληθωρισμό.

Η αστάθεια της αρχικής καμπύλης Phillips που παρατηρήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και η ερμηνεία που δόθηκε από τους Phelps και Friedman προκάλεσε επανάσταση στην ανάλυση των συνολικών διακυμάνσεων και της μακροοικονομικής πολιτικής.

Από τότε η μακροοικονομική ανάλυση κινήθηκε προς δύο κατευθύνσεις.

Πρώτον, δόθηκε μεγάλη έμφαση στα μικροοικονομικά θεμέλια του προσδιορισμού των μισθών, των τιμών και του προσδιορισμού του ποσοστού ανεργίας. Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα τα μοντέλα των μακροοικονομικών διακυμάνσεων βασίζονται σε δυναμικά στοχαστικά μοντέλα γενικής ισορροπίας με λεπτομερή και συνεπή μικροοικονομικά θεμέλια.

Δεύτερον, η εξέλιξη αυτή οδήγησε στην υιοθέτηση της υπόθεσης των ορθολογικών προσδοκιών αντί των προσαρμοζόμενων προσδοκιών.

Αναφορικά με τη νομισματική πολιτική, η έμφαση μετατοπίστηκε στη διατήρηση του πληθωρισμού σε χαμηλό επίπεδο και στην προσπάθεια σταθεροποίησης της ανεργίας γύρω από το ‘φυσικό’ της ποσοστό. Εάν το ‘φυσικό’ ποσοστό είναι πολύ υψηλό, τότε πρέπει να χρησιμοποιηθούν άλλες πολιτικές, όπως οι πολιτικές για την αγορά εργασίας, για να το μειώσουν.

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης

Διδακτικά Συγγράμματα

Mankiw Κεφ. 14

Blanchard Κεφ. 8