Έχοντας εξετάσει μεμονωμένα την αγορά αγαθών και υπηρεσιών και τον προσδιορισμό της συνολίκης παραγωγής και του εισοδήματος, καθώς και τις χρηματοπιστωτικές αγορές και τον προσδιορισμό του ονομαστικού επιτοκίου, θα εξετάσουμε τώρα τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ αυτών των δύο αγορών. Θα επικεντρωθούμε στον ταυτόχρονο βραχυπρόθεσμο προσδιορισμό των διακυμάνσεων της παραγωγής (και έμμεσα της απασχόλησης) και του επιτοκίου.

Όπως στο βασικό κεϋνσιανό υπόδειγμα, υποθέτουμε ότι βραχυπρόθεσμα το επίπεδο τιμών είναι προκαθορισμένο, καθώς η προσαρμογή των τιμών των αγαθών και των υπηρεσιών είναι πολύ σταδιακή.

Αυτή η υπόθεση, με σταθερό επίπεδο τιμών βραχυπρόθεσμα, λόγω της αργής προσαρμογής των τιμών, αποτελεί τη βάση της κεϋνσιανής προσέγγισης στη μακροοικονομική και τις συνολικές διακυμάνσεις.

Ωστόσο, σε αντίθεση με τις τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών, οι οποίες υποτίθεται ότι είναι βραχυχρόνια δεδομένες, οι χρηματοοικονομικές τιμές, όπως οι τιμές των ομολόγων και τα επιτόκια, υποτίθεται ότι προσαρμόζονται αμέσως έτσι ώστε να εξισορροπούνται οι εγχώριες χρηματοπιστωτικές αγορές.

Η βραχυχρόνια ισορροπία μιας κλειστής οικονομίας πραγματοποιείται στο επίπεδο της παραγωγής (ΑΕΠ) και του επιτοκίου όπου, για ένα δεδομένο επίπεδο τιμών, πληρούνται ταυτόχρονα δύο προϋποθέσεις:

Πρώτον, η αγορά αγαθών και υπηρεσιών βρίσκεται σε ισορροπία, υπό την έννοια ότι η συνολική ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών ισούται με το συνολικό προϊόν. Αυτό που οδηγεί στην εξισορρόπηση της αγοράς αγαθών και υπηρεσιών βραχυπρόθεσμα δεν είναι το επίπεδο των τιμών, αλλά η παραγωγή (και έμμεσα η απασχόληση).

Δεύτερον, οι εγχώριες χρηματοπιστωτικές αγορές βρίσκονται σε ισορροπία, υπό την έννοια ότι η συνολική ζήτηση χρήματος ισούται με την προσφορά χρήματος. Αυτό που προσαρμόζεται στην εξισορρόπηση των εγχώριων χρηματοπιστωτικών αγορών εξαρτάται από το μέσο πολιτικής που χρησιμοποιείται από την κεντρική τράπεζα. Εάν η κεντρική τράπεζα ελέγχει την προσφορά χρήματος, τότε αυτό που προσαρμόζεται είναι το επιτόκιο. Εάν η κεντρική τράπεζα, όπως είναι πιο ρεαλιστικό, ελέγχει τα επιτόκια, τότε αυτό που προσαρμόζεται στην εξισορρόπηση των χρηματοπιστωτικών αγορών είναι η προσφορά χρήματος.

Βραχυπρόθεσμα, η πραγματική παραγωγή και το ονομαστικό επιτόκιο καθορίζονται έτσι ώστε να ικανοποιούνται ταυτόχρονα αυτές οι συνθήκες ισορροπίας στην αγορά αγαθών και υπηρεσιών (η σχέση IS) και στις χρηματοπιστωτικές αγορές (η σχέση LM).

Με βάση το υπόδειγμα αυτό, όταν η κεντρική τράπεζα ελέγχει την προσφορά χρήματος, μια δημοσιονομική επέκταση (αύξηση των κρατικών δαπανών ή μείωση των φόρων) προκαλεί βραχυχρόνια αύξηση τόσο του παραγόμενου προϊόντος (και της απασχόλησης) όσο και του ονομαστικού επιτοκίου.

Μία νομισματική επέκταση (αύξηση της προσφοράς χρήματος) έχει ως αποτέλεσμα τη βραχυπρόθεσμη μείωση του ονομαστικού επιτοκίου και την αύξηση του παραγόμενου προϊόντος (και της απασχόλησης).

Στην πράξη, η νομισματική και η δημοσιονομική πολιτική συχνά χρησιμοποιούνται συνδυασμένα. Ο συνδυασμός της νομισματικής και της δημοσιονομικής πολιτικής είναι γνωστός ως μείγμα της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής ή απλώς ως το μείγμα της μακροοικονομικής πολιτικής

Το μείγμα πολιτικής μπορεί να είναι είτε μια επεκτατική νομισματική και δημοσιονομική πολιτική, είτε μια επεκτατική νομισματική πολιτική και μια περιοριστική δημοσιονομική πολιτική, είτε μια περιοριστική νομισματική πολιτική και μια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, είτε μια περιοριστική νομισματική και δημοσιονομική πολιτική.

Αν η κεντρική τράπεζα ακολουθεί μια πολιτική σταθερών ονομαστικών επιτοκίων, μία δημοσιονομική επέκταση (αύξηση των κρατικών δαπανών ή μείωση των φόρων) προκαλεί μεγαλύτερη βραχυπρόθεσμη αύξηση του παραγόμενου προϊόντος και της απασχόλησης, καθώς το ονομαστικό επιτόκιο παραμένει σταθερό. Στην περίπτωση αυτή μία δημοσιονομική επέκταση καταλήγει ως συνδυασμός μιας δημοσιονομικής και μιας νομισματικής επέκτασης, καθώς η κεντρική τράπεζα επιτρέπει την επέκταση της προσφοράς χρήματος προκειμένου να διατηρήσει σταθερό το ονομαστικό επιτόκιο.

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης

Διδακτικά Συγγράμματα

Mankiw Κεφ. 12

Blanchard Κεφ. 5