Σπανίως περνάει μια μέρα χωρίς τα μέσα ενημέρωσης να αναρωτιούνται εάν η ECB (EKT ή Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) ή το Fed (Federal Reserve Board, κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ) πρόκειται να αλλάξουν το επιτόκιο και ποια είναι η επίπτωση που πιθανόν να συνεπάγεται για την οικονομία. Ο Jerome Powell, πρόεδρος της Fed, θεωρείται ευρέως ως ο ισχυρότερος παράγοντας χάραξης πολιτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες, αν όχι στον κόσμο, και το ίδιο συμβαίνει και με την Christine Lagarde, Πρόεδρο της ECB.

Το βασικό κεϋνσιανό υπόδειγμα που αναπτύξαμε αρχικά δεν προέβλεπε ρόλο για το επιτόκιο, επομένως δεν υπήρχε ρόλος για την ECB ή το Fed. Αυτή ήταν μια ισχυρή απλούστευση και την εγκαταλείψαμε όταν υποθέσαμε ότι οι επενδύσεις είναι αρνητική συνάρτηση του επιτοκίου. 

Είδαμε στην προηγούμενη διάλεξη ότι στην περίπτωση που οι επενδύσεις είναι αρνητική συνάρτηση του επιτοκίου, μία μείωση του επιτοκίου προκαλεί αύξηση του εισοδήματος ισορροπίας και μία αύξηση του επιτοκίου προκαλεί μείωση του εισοδήματος ισορροπίας. Πως όμως προσδιορίζονται τα επιτόκια;

Σε αυτή τη διάλεξη, θα εισαγάγουμε το απλούστερο υπόδειγμα που χρειάζεται να σκεφτούμε για τον προσδιορισμό του επιτοκίου και τον ρόλο των κεντρικών τραπεζών, ένα υπόδειγμα στο οποίο τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν μια απλή επιλογή χαρτοφυλακίου, είτε να κρατήσουν χρήματα είτε να κρατήσουν ομόλογα. 

Σε αυτό το υπόδειγμα μπορούμε να σκεφτούμε για το προσδιορισμό του επιτοκίου, το οποίο καθορίζεται από τη ζήτηση και την προσφορά χρήματος.

Προσφορά Χρήματος είναι το σύνολο των χαρτονομισμάτων, κερμάτων και καταθέσεων σε λογαριασμούς στις εμπορικές τράπεζες, που διακρατούν νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Οι καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων και των υπολοίπων ιδρυμάτων που μετέχουν στη διατραπεζική αγορά και την αγορά συναλλάγματος δεν λογίζονται ως μέρος της προσφοράς χρήματος.

Η προσφορά χρήματος μιας χώρας προσδιορίζεται από την κεντρική τράπεζα και τις αλληλεπιδράσεις της με τις εμπορικές τράπεζες.

Μια κεντρική τράπεζα, μια τράπεζα αποθεματικών ή μια νομισματική αρχή είναι ένα ίδρυμα που διαχειρίζεται το νόμισμα ενός κράτους, την προσφορά χρήματος και τα επιτόκια. Οι κεντρικές τράπεζες εποπτεύουν επίσης συνήθως το εγχώριο τραπεζικό σύστημα. Σε αντίθεση με μια εμπορική τράπεζα, μια κεντρική τράπεζα κατέχει μονοπώλιο για τον καθορισμό της νομισματικής βάσης στο κράτος και συνήθως εκδίδει χαρτονομίσματα και κέρματα, τα οποία χρησιμεύουν ως νόμιμο χρήμα.

Τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις ζητούν και διακρατούν χρήματα λόγω των υπηρεσιών του ως μέσο πληρωμών. Εκτός από το ότι είναι μέσο πληρωμών, τα χρήματα είναι επίσης ένα περιουσιακό στοιχείο (μορφή διακράτησης πλούτου). Ωστόσο, το χρήμα δεν είναι το μοναδικό στοιχείο μέσω του οποίου τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις μπορούν να διακρατούν τον πλούτο τους. Υποθέτουμε ότι υπάρχει και ένα εναλλακτικό περιουσιακό στοιχείο, ένα ομόλογο μίας περιόδου, το οποίο, σε αντίθεση με το χρήμα πληρώνει τόκους, με ένα επιτόκιο. Τα ομόλογα δεν αποτελούν μέσο πληρωμών και υποτίθεται ότι υπάρχει κάποιο κόστος μετατροπής των ομολόγων σε χρήμα ή το αντίστροφο.

Το πόσα χρήματα επιθυμούν να κατέχουν σε σχέση με τα ομόλογα τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις εξαρτάται κατά συνέπεια από δύο παράγοντες:

Πρώτον, των αξία των συναλλαγών που επιθυμούν να πραγματοποιήσουν, δηλαδή τον όγκο των συναλλαγών και το επίπεδο των τιμών τους. Αυτό οφείλεται στο ότι όσο υψηλότερη είναι η αξία των συναλλαγών, τόσο πιο συχνά θα πρέπει να μετατρέπουν τα ομόλογα σε χρήμα, πράγμα που συνεπάγεται κόστος συναλλαγών. Έτσι, η ζήτηση χρήματος είναι ζήτηση για ένα ορισμένο ποσό αγοραστικής δύναμης που εξαρτάται θετικά από τον όγκο των οικονομικών συναλλαγών (όπως μετράται από το πραγματικό ΑΕΠ).

Δεύτερον, το πόσα χρήματα θα κατέχουν σε σχέση με τα ομόλογα θα εξαρτηθεί από το κόστος ευκαιρίας της διακράτησης χρήματος, δηλαδή το ονομαστικό επιτόκιο, καθώς το χρήμα, σε αντίθεση με τα ομόλογα, δεν πληρώνει τόκους.

Μπορούμε λοιπόν να δείξουμε ότι η ζήτηση χρήματος θα είναι ανάλογη προς το επίπεδο των τιμών, θα σχετίζεται θετικά με τον όγκο των οικονομικών συναλλαγών και αρνητικά με το ονομαστικό επιτόκιο. Είναι ανάλογο του επιπέδου των τιμών, με την προϋπόθεση ότι η αύξηση του επιπέδου των τιμών απαιτεί κατ ‘αναλογία υψηλότερη ποσότητα χρημάτων για την πραγματοποίηση του ίδιου όγκου οικονομικών συναλλαγών. Συνδέεται θετικά με την πραγματική παραγωγή (ΑΕΠ) με την υπόθεση ότι η αύξηση της παραγωγής και του εισοδήματος απαιτεί περισσότερα χρήματα για οικονομικές συναλλαγές. Τέλος, έχει αρνητικό συσχετισμό με το επιτόκιο, καθώς τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις παραιτούνται από τόκους όταν διακρατούν τα περιουσιακά τους στοιχεία με τη μορφή χρήματος και όχι ομολόγων, τα οποία αποδίδουν τόκο. Το επιτόκιο είναι επομένως το κόστος ευκαιρίας για τη διακράτηση χρήματος και, όταν ανεβαίνει, αναμένεται να μειωθούν τα χρηματικά διαθέσιμα που ζητούνται.

Όταν η κεντρική τράπεζα έχει δεδομένο στόχο για την προσφορά χρήματος, το επιτόκιο ισορροπίας πρέπει να είναι τέτοιο ώστε τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις να επιθυμούν να διακρατούν ένα χρηματικό ποσό ίσο με την προσφορά χρήματος  .

Για δεδομένο επίπεδο τιμών, όταν αυξάνει η πραγματική παραγωγή (και το εισόδημα), τότε πρέπει να αυξηθεί και το ονομαστικό επιτόκιο, προκειμένου η αγορά χρήματος να παραμείνει σε ισορροπία. Αυτό συμβαίνει διότι η αύξηση του πραγματικού εισοδήματος προκαλεί αύξηση στη ζήτηση χρήματος. Καθώς η προσφορά χρήματος είναι δεδομένη, η κεντρική τράπεζα πρέπει να προχωρήσει σε αύξηση των ονομαστικών επιτοκίων, ώστε τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις να μειώσουν τη ζήτηση χρήματος εξ αυτού του λόγου, και έτσι να διατηρηθεί η ισορροπία στην αγορά χρήματος. 

Αυτή η θετική σχέση μεταξύ πραγματικού εισοδήματος και ονομαστικών επιτοκίων προκειμένου να διατηρείται η ισορροπία στην αγορά χρήματος, για δεδομένη προσφορά χρήματος, ονομάζεται σχέση LM. Το γράμμα L σημαίνει ρευστότητα (liquidity) και αναφέρεται στη ζήτηση χρήματος, και το γράμμα Μ υποδηλώνει την προσφορά χρήματος.

Η σχέση LM, η οποία παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από τον βρετανό οικονομολόγο J.R. Hicks, σε άρθρο του 1937 σχετικά με τη Γενική Θεωρία, υποδηλώνει ότι, για δεδομένη προσφορά χρήματος και υπό την προϋπόθεση ότι το επίπεδο τιμών βραχυπρόθεσμα είναι επίσης δεδομένο, για να διατηρείται η ισορροπία στην αγορά χρήματος, η αύξηση της πραγματικής παραγωγής πρέπει να συνοδεύεται από αύξηση του ονομαστικού επιτοκίου.

Έτσι, η σχέση LM μπορεί να απεικονιστεί διαγραμματικά ως μία θετική σχέση μεταξύ πραγματικού εισοδήματος και ονομαστικού επιτοκίου. Στην διαγραμματική αυτή απεικόνιση αναφερόμαστε στην καμπύλη LM.

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης

Διδακτικά Συγγράμματα

Mankiw Κεφ. 4 και 11.2

Blanchard Κεφ. 4