Η μακροοικονομική ασχολείται με τον προσδιορισμό βασικών οικονομικών μεταβλητών στο επίπεδο των εθνικών οικονομιών και της παγκόσμιας οικονομίας.

Οι μεταβλητές αυτές ονομάζονται μακροοικονομικά μεγέθη και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων,

  1. Τον συνολικό όγκο των τελικών αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται σε δεδομένη περίοδο (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν ή ΑΕΠ) και το ρυθμό μεγέθυνσής του από περίοδο σε περίοδο,
  2. Τα στοιχεία της συνολικής ζήτησης αγαθών και υπηρεσιών, όπως η συνολική ιδιωτική και δημόσια κατανάλωση, οι συνολικές επενδύσεις, οι εξαγωγές και οι εισαγωγές,
  3. Τη συνολική απασχόληση και το ποσοστό ανεργίας,
  4. Το μέσο επίπεδο των τιμών (επίπεδο τιμών) και το ρυθμό μεταβολής του, δηλαδή, τον πληθωρισμό,
  5. το μέσο επίπεδο των μισθών και των επιτοκίων,
  6. το ισοζύγιο εξωτερικών πληρωμών,
  7. τις συναλλαγματικές ισοτιμίες.

Οι τέσσερεις πιο σημαντικές μακροοικονομικές μεταβλητές είναι: 1. η συνολική παραγωγή (ΑΕΠ) και ο ρυθμός μεγέθυνσής της, 2. η συνολική απασχόληση και το ποσοστό ανεργίας, 3. το επίπεδο τιμών και ο ρυθμός μεταβολής του (πληθωρισμός), 4. το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών με το εξωτερικό.

Μια επιτυχημένη οικονομία είναι μια οικονομία που συνδυάζει υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ, χαμηλή ανεργία και χαμηλό πληθωρισμό. Μπορούν όλοι αυτοί οι στόχοι να επιτευχθούν ταυτόχρονα; Είναι η χαμηλή ανεργία συμβατή με χαμηλό και σταθερό πληθωρισμό; Έχουν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής τα μέσα για τη διατήρηση της μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ και την επίτευξη χαμηλού ποσοστού ανεργίας, διατηρώντας παράλληλα τον χαμηλό πληθωρισμό;

Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, όπως θα μάθουμε στο υπόλοιπο αυτού του μαθήματος, εξαρτώνται από το χρονικό πλαίσιο της ανάλυσης.

Βραχυπρόθεσμα, για παράδειγμα, μερικά χρόνια ή τρίμηνα, οι μεταβολές της παραγωγής σε ετήσια βάση οφείλονται κυρίως στις μεταβολές της συνολικής ζήτησης. Οι μεταβολές στη ζήτηση, ίσως λόγω των αλλαγών στην εμπιστοσύνη των καταναλωτών και των επενδυτών ή άλλων παραγόντων, όπως η νομισματική και η δημοσιονομική πολιτική, μπορεί να οδηγήσουν σε μείωση της παραγωγής (ύφεση) ή αύξηση της παραγωγής (επέκταση).

Μεσοπρόθεσμα, για παράδειγμα, μια δεκαετία, η οικονομία τείνει προς το επίπεδο της παραγωγής που καθορίζεται από τους παράγοντες της προσφοράς: το κεφάλαιο, το επίπεδο της τεχνολογίας και το μέγεθος του εργατικού δυναμικού. Και, πάνω από μια δεκαετία περίπου, αυτοί οι παράγοντες κινούνται αρκετά αργά ώστε να μπορούμε να τους πάρουμε ως δεδομένους. Ως εκ τούτου, στην ανάλυσή μας μεσοπρόθεσμα επικεντρωνόμαστε στους παράγοντες της συνολικής προσφοράς.

Μακροπρόθεσμα, για παράδειγμα, λίγες δεκαετίες ή και περισσότερο, πρέπει να καταλάβουμε τι καθορίζει την εξέλιξη του κεφαλαίου, του πληθυσμού, τις δεξιότητες του εργατικού δυναμικού (ανθρώπινο κεφάλαιο) και το επίπεδο της τεχνολογίας. Για να γίνει αυτό, πρέπει να εξετάσουμε παράγοντες όπως το εκπαιδευτικό σύστημα, το ποσοστό αποταμίευσης και το ρόλο της κυβερνητικής πολιτικής στην προώθηση της συσσώρευσης φυσικού και ανθρωπίνου κεφαλαίου και την τεχνολογική πρόοδο.

Ως εκ τούτου, στην ανάλυσή μας για τις μακροοικονομικές εξελίξεις θα χρησιμοποιήσουμε διαφορετικά αναλυτικά υποδείγματα βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Αυτό γίνεται για λόγους αναλυτικής απλούστευσης, καθώς ανά πάσα στιγμή η πορεία των πραγματικών οικονομιών καθορίζεται και από τους τρεις τύπους παραγόντων: τη συνολική ζήτηση, τη συνολική προσφορά και τη μακροπρόθεσμη εξέλιξη των συντελεστών παραγωγής και το επίπεδο της τεχνολογίας.

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης

Διδακτικά Συγγράμματα

Mankiw Κεφ. 1 και 2

Blanchard Κεφ. 1 και 2